Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Green book: Μια πολύ σκληρή, γλυκιά ανθρώπινη ιστορία


Η πολυδιαφημισμένη βραδιά των Όσκαρ πέρασε, τα αποτελέσματα λίγο πολύ είναι γνωστά, συνεπώς νικητές και… χαμένοι το ίδιο. Λίγη σημασία όμως έχει το timing, όταν κρίνεις πως δεν είναι ποτέ αργά για μια αυθόρμητη αναφορά σε μια ταινία αριστουργηματική, ήδη βραβευμένη και ήδη αρκετά γνωστή σε μεγάλο μέρος του κοινού, αφού προβάλλεται εδώ και καιρό στις αίθουσες.  
Ο λόγος για την ταινία Green Book, «Το πράσινο βιβλίο», αν θέλετε. Μια πολύ σκληρή και συνάμα γλυκιά ανθρώπινη ιστορία, όπως περιγράφει και ο τίτλος, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Μια πραγματικότητα για την ακρίβεια, όπως την έζησαν δυο αχώριστοι ως σχεδόν το θάνατό τους μετά φίλοι, κατά της διάρκεια του χτισίματος αυτής τους της σχέσης.  
Η ιστορία τοποθετείται στις αρχές του 1960. Σε μια βερσιόν ενός… σιτεμένου Άραγκορν, χωρίς μακριά μαλλιά και τρίχες στο πρόσωπο, καθώς και με αρκετά κιλά παραπάνω σε σχέση με το μακρινό 2003, ο Viggo Mortensen είναι ο Tony Vallelonga ή αλλιώς Tony Lip, όπως τον είχε βαφτίσει η πιάτσα. Ιταλοαμερικανός την καταγωγή, εργάζεται στη νύχτα ουσιαστικά ως μπράβος. Η μοίρα θα φέρει το κλαμπ, στο οποίο δουλεύει, να κλείνει για κάποιο διάστημα, με τον ίδιο αναγκαστικά να πρέπει να βρει κάτι άλλο, ώστε να εξασφαλίζει τα προς το ζην για τον ίδιο, την αγαπημένη του σύζυγο Dolores και τα δυο του μικρά αγόρια.
Μια συνέντευξη για δουλειά θα τον φέρει σε αμηχανία, αφού ο εργοδότης, ενώ του τον είχαν συστήσει ως «γιατρό», μόνο με την ιατρική δεν έχει να κάνει, ενώ ταυτόχρονα έχει εντελώς διαφορετικό χρώμα δέρματος. Ο ίδιος ο Tony, αν και δε μας συστήνεται επακριβώς ως ρατσιστής, δεν απέχει από τα στερεότυπα που επιτάσσουν την απαράδεκτη συμπεριφορά σε βάρος των έγχρωμων συμπολιτών του. Ο Mahershala Ali υποδύεται το «γιατρό» στο παρατσούκλι, αλλά μουσικό και πιανίστα στην πραγματικότητα, Donald Shirley, που επιθυμεί να προσλάβει ως σοφέρ τον Tony.
Εκείνος (ο πιανίστας), αριστοκρατικός, με τρόπους, εκκεντρικός αναφορικά με τα ενδύματά του στη μοναξιά της οικείας του, ζει σε ένα μίνι παλάτι μες στη φαινομενική αίγλη, έχοντας φυσικά πέρα από… θρόνο, μέχρι και υπηρέτη. Όχι κάποιον επίσης μαύρο, αλλά όχι και λευκό (ινδικής καταγωγής μάλλον ο περί ου ο λόγος). Ο επίδοξος σοφέρ, από την άλλη, άγαρμπος, ως και θρασύς, αρνείται αρχικά να αποτελέσει άλλον έναν «υπηρέτη», σε μια περιοδεία ανά τις πολιτείες της Αμερικής. Και αυτό γιατί ο καλλιτέχνης δε ζητά μόνο έναν οδηγό, αλλά έναν άνθρωπο «γενικών καθηκόντων», που θα διευθετεί σχεδόν τα πάντα πριν τα εκάστοτε κονσέρτα.
Ο Tony τελικά θα δεχθεί την πρόταση και μια περιπετειώδης συνεργασία θα ξεκινήσει. «Οδηγός» του οδηγού θα αποτελέσει το «πράσινο βιβλίο», ένα μικρό βιβλίο/κατάλογος, που κυριολεκτικά υποδεικνύει τα σημεία μέσα στις αμερικανικές πολιτείες, όπου -μπορεί και να- υπάρχει ένα πράσινο φως για ένα «νέγρο». Είτε αυτό είναι μια ξενοδοχειακή μονάδα, είτε ένα μπαρ/εστιατόριο ή ό, τι άλλο...  
Η ιστορία των δύο γεννάται ακριβώς με αυτήν τη δίμηνη περίπου περιοδεία, την οποία παρά τους υπαρκτούς κινδύνους, ζητά ο καλλιτέχνης, που, αν και όχι λευκός, μοιάζει να ανήκει σε μια ελίτ. Μην αποδεχόμενος, ωστόσο, πως αποτελεί τελικά περισσότερο -ή και μόνο- έναν διασκεδαστή της, θα δει το σκληρό πρόσωπο της εποχής. Ο Tony, δε, δεν είναι άλλος από μια φιγούρα, που γνωρίζει καλά τον κόσμο γύρω του, αποτελεί κομμάτι του, αλλά την ίδια στιγμή και η ζωντανή απόδειξη πως μπορεί να αποβάλλει τα πιο απάνθρωπα ψεγάδια του, συγκρουόμενος επιπλέον μαζί του.
Το φιλμ σκηνοθετεί ο Peter Farrelly, ενώ το σενάριο συνυπογράφουν ο ίδιος, ο γιος του πραγματικού Tony Lip Nick Vallelonga (παίζει μάλιστα στην ταινία) και ο Brian Currie. Η ταινία απέσπασε ήδη τρία όσκαρ στην πρόσφατη ομώνυμη μεγάλη γιορτή της Αμερικάνικης Ακαδημίας (καλύτερης ταινίας, καλύτερου σεναρίου, β’ ανδρικού ρόλου για το Mahershala Ali) και δικαίως, με τον Viggo Mortensen να μένει δυστυχώς μόνο με την ικανοποίηση της επάξιας υποψηφιότητάς του για το βραβείο του α΄ ανδρικού ρόλου.
Πρόκειται, δίχως άλλο, για την καλύτερη ταινία, κατά την ταπεινότητά μου για -τουλάχιστον- φέτος. Διότι σοκάρει χωρίς να είναι στο πιάτο σκληρή, όπως άλλες ταινίες που θέλησαν να περάσουν ένα αντιρατσιστικό μήνυμα. Δε δείχνει ωμή βία και δε στηρίζεται σε αυτήν κατά βάση. Είναι με τον τρόπο της σκληρή, πολύ σκληρή, περνώντας αυτό που θέλει, την ώρα που σε όλη τη διάρκειά της το κοινό γελά απλόχερα, κυρίως με την αγαρμποσύνη και την ευθύτητα του Tony. Ο οποίος μαθαίνει πολλά από το βιρτουόζο Donald, αλλά και διδάσκει με τη σειρά του τον τελευταίο. Έτσι, η ταμπέλα «drama, komedi» του φιλμ ανταποκρίνεται όσο λίγες φορές στην πραγματικότητα.
Σαν επιστέγασμα, λοιπόν, μια γλυκιά φιλία θα δημιουργηθεί μεταξύ ενός «λαϊκού» λευκού και ενός καλλιεργημένου και επιτυχημένου αφροαμερικανού -με τον όρο να απουσιάζει στην εποχή εκείνη- μουσικού. Μια φιλία, που δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά ένα δυνατό χαστούκι στα σκατά, που είχε και έχει μέσα στο κεφάλι του ο ανθρώπινος νους, κυρίως των «τυχερών» λευκών αυτού του κόσμου.

Ν.Π.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Άνεμος Ωραίος: Το συγγραφικό «ντεμπούτο» της Όλγας Νικολαΐδου


Διαβάζω ξανά και ξανά τον τίτλο, που ο ίδιος επέλεξα. «Ανεδαφικός», σκέφτομαι, αφού η Όλγα Νικολαΐδου, πέρα από το ότι δημοσιογραφεί εδώ και πολλά χρόνια, κάθε της ανάρτηση -είτε υπό μορφή δημοσίευσης στα κοινωνικά δίκτυα είτε ως κοινοποίηση δικού της κειμένου- αποτελεί μέρος του συγγραφικού της έργου. Έτσι, το προαναφερόμενο «ντεμπούτο», προφανώς, αφορά το ότι, για πρώτη φορά, το ταλέντο της στη γραφή, οι σκέψεις της, η ανάγκη της να καταγράψει βιωματικές, ενδεχομένως, μνήμες, καθώς και προσωπικές –αλλά και τόσων γύρω μας- φιλοσοφικές αναζητήσεις απέκτησαν μια συγκεκριμένη μορφή. Αυτήν του βιβλίου. Μιας οντότητας, διόλου εφήμερης. «Άνεμος Ωραίος» ο τίτλος του έργου, λοιπόν, με το μοναδικό «αέρα» της Όλγας Νικολαΐδου…
Αρχικά, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, νιώθεις πως έχεις στα χέρια σου κάποιο αλφαβητάρι. Αιτία, το γεγονός πως κάθε κεφάλαιο τιτλοφορείται με ένα γράμμα, ξεκινώντας από το Α και φτάνοντας ως το Ω, όπου ο άνεμος… αποθεώνεται με το χαρακτηρισμό «ωραίος». Δεν πρόκειται, ωστόσο, για αλφαβητάρι, αλλά για μια ιστορία -με όχι απαραιτήτως συγκεκριμένο το τρίπτυχο «αρχή, μέση και τέλος»- με πρωταγωνίστρια τη Λυδία, που τα πρώτα της χρόνια θα τη βρουν στο «νησί», αλλά από μικρή θα αναγκαστεί να γνωρίσει την πρωτεύουσα.
Πρόκειται για μια ιστορία, ταυτόχρονα, για την ενήλικη δικηγόρο Λυδία, που επισκέπτεται τακτικά τον ψυχοθεραπευτή της, βρισκόμενη αντιμέτωπη με τους φόβους της και τις υπαρξιακές της αναζητήσεις. Με φόντο πάντα δε τις ζωντανές θύμισες από το νησί και των κοντινών της αγαπημένων -και αρκετά σοφών, αν μη τι άλλο- ανθρώπων. Μια ιστορία τελικά, που μοιάζει με το ημερολόγιο της Λυδίας Πετρίδου (δανειζόμενος το πλήρες όνομα της ηρωίδας), που περιλαμβάνει σκόρπιες, όχι καθημερινές, αλλά χρόνιες, συγκεντρωμένες σκέψεις, παραλληλισμούς, θεωρίες, αξιολογήσεις λόγων και έργων συντελεσμένων, μα και ανεκπλήρωτων.
Έχουμε δε να κάνουμε με μια ιστορία, επίσης, διανθισμένη με πολύ ελληνική μυθολογία, εν είδει παραβολών, αλλά και… πολύ Θεό. Μια αφήγηση, που πέρα από τα γεγονότα, αναζητά, άλλοτε βρίσκει και άλλοτε μένει να απορεί γύρω από φιλοσοφικά, αλλά και ευκολότερα, καθημερινά ερωτήματα, που εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε ως εξόχως δύσκολα. Κάτι, που προσωπικά μου έφερε στο μυαλό αυθορμήτως τον Καζαντζάκη. Ας με συγχωρέσει η δημιουργός και πάλαι ποτέ «δασκάλα» μου, αλλά έτσι το ένιωσα και οφείλω να το καταθέσω.
Τι θα διαβάσεις, ωστόσο, αποκτώντας, ανοίγοντας και «ρουφώντας» αυτόν τον… ωραίο άνεμο;
Θα ταξιδέψεις μέσα από μνήμες στο νησί. Θα νιώσεις σαν να παίζεις μαζί με τη Λυδία ή να αφουγκράζεσαι τη σοφία των γηραιών συγγενών της. Θα μείνεις αρκετά εκεί μαζί της και με τον περίγυρό της. Θα διαβάσεις πολύ για τη λιλιπούτεια Λυδία και την ανάγκη της για πίστη στα παραμύθια και το «αόρατο πέπλο», που εκείνη έβλεπε και ήθελε να βλέπει. Θα ταυτιστείς με την, σε προεφηβική ηλικία, πιτσιρίκα, που ανακαλύπτει τη γυναικεία της φύση. Θα θυμηθείς σίγουρα αγαπημένα πρόσωπα (γιαγιάδες, παππούδες, θείους), που είθισται να μας στιγματίζουν και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, των εκκολαπτόμενων χαρακτήρων μας. Θα αναθεματίσεις για επιθυμίες, που δεν ήταν τελικά επιθυμίες. Θα προβληματιστείς με το ότι «η καρδιά έλκει το βάσανο».
Θα διαβάσεις, μεταξύ άλλων, για γιασεμιά και γαρύφαλλα, μα και για τη γάγγραινα, καθώς και για την τεράστια έννοια της «διεκδίκησης», τα διλήμματα, τις αποφάσεις, τον «δήμιο» και τη ζωή που είναι… δρόμος. Θα ενστερνιστείς -ίσως- τις σκέψεις τη Λυδίας περί ελευθερίας. Θα κρυφοκοιτάξεις την τρίχρονη σχέση με τον καθηγητή της, ονόματι Ζήσης, κατά την εφηβεία της και ό, τι  αυτή σήμαινε. Θα «ακούσεις» για τον ήλιο, την ηθική, την ηλικία, αλλά και το θεό, το θαύμα, τη θυσία, το θάνατο και τη θάλασσα «που κι όταν θυμώνει, το κάνει με τόση ομορφιά». Θα περπατήσεις μαζί με το κορίτσι και την «καρδιά» του και θα φας ένα χαστούκι απλόχερο, ψελλίζοντας τα ακόλουθα λόγια μέσα σου: «Όπου υπάρχει λύπη, πάντα κάτι λείπει». Επιπλέον, θα διαβάσεις για τη μοίρα, τη μνήμη, τις νεράιδες, τη «νύμφη», ως και το Νάρκισσο του μύθου.
Η Λυδία -υπαρκτό ή μη πρόσωπο, δεν έχει σημασία- ενώ κοιτάζει να συμφιλιωθεί με τη εικόνα της εδώ και καιρό, η τελευταία αλλάζει αφού «σημαδεύεται από το χρόνο», αυτόν που «αφήνει τα παιδιά του να ζήσουν πριν τα σκοτώσει». Η οικεία δε για εκείνη γη θα καταστεί ξένη, αφού το «αμάρτημα» του πατέρα απέναντι στη σύζυγό του και μάνα της, μάλλον δε συγχωρείται. Το όνομα είναι σημαντικό, μα μπορεί να κουβαλά οργή ή γλυκιά νοσταλγία (βλ. πχ αναφορά στη γιαγιά Ουρανία). «Όπου δεν υπάρχει μνήμη δεν υπάρχει πόνος», σκέφτεται η ηρωίδα μας, όμως μια «ρωγμή» αρκεί για να γεννήσει τον πόνο. Η μνήμη της ανήμπορης -και ίσως χωρίς ικανότητα πια μνήμης- άρρωστης μητέρας αρκεί για το προαναφερόμενο.
Η Λυδία επίσης προτιμά το σκοτάδι από το φως που δείχνει τις αδυναμίες. Φοβάται το φως. Φοβάται ακόμη πως δε θα προλάβει να εκπληρώσει το χρέος της, αναρωτώμενη πόσος χρόνος χρειάζεται για να προλάβεις να πεις ένα χρωστούμενο «σ’ αγαπώ» σε έναν «αναστημένο» και «συγχωρημένο» για την προδοσία του άνθρωπο, που μετά από λίγο θα αποτελεί ένα σώμα παγωμένο, χωρίς ψυχή.
Αυτά και άλλα πολλά θα διαβάσεις, όπως και το ότι «Ωραίο είναι αυτό που έρχεται στην ώρα του». Αυτό θα πει εκείνη κατά την επιστροφή της στο πολυαγαπημένο νησί, παρέα πια με τον έρωτα (;), λίγο πριν κλείσει τις σκέψεις της στην αυλαία του βιβλίου. Ώρα είναι, συνεπώς, να το αποκτήσεις και να συμπορευθείς με τον ψυχισμό της και τις συνεχείς αναζητήσεις της, νιώθοντας ένα άνεμο τελικά πολύ ωραίο να σε διαπερνά…

*Το βιβλίο «Άνεμος Ωραίος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ»

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα…

Η Όλγα Νικολαΐδου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και ζει. Είναι δημοσιογράφος, κόρη του αείμνηστου ιδρυτή, εκδότη και διευθυντή της ιστορικής αθλητικής εφημερίδας «Το Φως των σπορ», ενώ, μεταξύ άλλων, έχει διδάξει δημοσιογραφία. Σε αυτόν τον «σταθμό» της ζωής της συναντάται και το σημείο, όπου οι δρόμοι μας έσμιξαν για κάποιο διάστημα, εκείνη από τη θέση της δασκάλας (επιφορτισμένη με το μάθημα «Φιλοσοφία τίτλων») και εγώ του «σιτεμένου μαθητή», στα 28 μου ξανά. Σπούδασε Νομική, όμως δεν την άσκησε, εν αντιθέσει με την ηρωίδα της, ενώ αδιάκοπος καημός της συνιστά επίσης ένα… νησί (ο τόπος καταγωγής της μητέρας της, όπως υπογραμμίζεται στο σύντομο βιογραφικό της σημείωμα, όπισθεν του εξωφύλλου). Τα τελευταία χρόνια ο χώρος της υποκριτικής είναι που την έχει κερδίσει, αφού είναι κάτι που επίσης σπούδασε και το οποίο όμως κυνηγά και ασκεί με πάθος. Το μυθιστόρημα «Άνεμος Ωραίος» αποτελεί το πρωτόλειό της. 


Ν.Π.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Όταν οι φλόγες λυγίζουν μια μάνα…

Ο μικρός Ν. -όσο μπορεί- θυμάται:
Το ημερολόγιο γράφει 12 Μαΐου 1995. Παρασκευή. Η ωραιότερη μέρα ενός μικρού παιδιού στα μαθητικά χρόνια, ίσως.
Εκείνος, μόλις 9 ετών, με ωτίτιδα -ή κάτι τέτοιο- και συνεπαγόμενους πόνους στο ένα αυτί, υποφέρει μες στο πρώιμο καλοκαίρι. Η μάνα του το ίδιο. Όχι από πόνους στο αυτί, αλλά στην κοιλιακή χώρα, που την καθηλώνουν στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Σίγουρα όμως εκείνη πονάει «λιγότερο» από το παιδί της, απέναντι στο οποίο «πρέπει» να δείχνει πάντα δυνατή. Στο σπίτι μαζί τους, βρίσκεται και η μεγάλη, 12χρονη αδερφή, που ευτυχώς είναι απολύτως υγιής.
Η ζεστή μέρα λόγω των έντονων, ως και μανιωδών, νοτιάδων γίνεται αποπνικτική. Οι άνεμοι, εντάσεως 9-10 μποφόρ «σφυρίζουν» έξω, λυγίζοντας δέντρα, ρίχνοντας πέρα δώθε πράγματα στις γειτονικές αυλές, καθώς και στο μπαλκόνι τους. Το πρόσφατα, για την ακρίβεια, χτισμένο μπαλκόνι, που εκτεινόταν κατά μήκος έξω από τα δύο νέα επίσης υπνοδωμάτια, που δεν είχαν κατοικηθεί ακόμη. Άλλωστε, οι φρέσκες ξύλινες πόρτες και τα κουφώματα ακόμη μύριζαν… καινούργιο.  
Το απόγευμα περνά βασανιστικά. Ο μικρός Ν. δεν έχει όρεξη για παιχνίδι, αφού τον ταλαιπωρούν οι πόνοι μες στο κρανίο του. Η μητέρα του επίσης ταλαιπωρείται και μάλλον πολύ περισσότερο, αλλά συνεχίζει να κρατά γερά. Ο πατέρας φυσικά απουσιάζει, αφού αναγκαστικά δουλεύει στο μαγαζί στο κέντρο της πόλης απόγευμα Παρασκευής.
Λίγο πριν τη δύση του ηλίου, τα μικρά πεινούν. Η μάνα τους πηγαίνει προς την κουζίνα. Θα τους φτιάξει κάτι εύκολο, που ωστόσο τους αρέσει πολύ. Μακαρόνια με τοπικό τυρί, τυρομάλαμα, θυμάται ο Ν., χαρακτηριστικά. Την ίδια ώρα, έξω στον κεντρικό δρόμο του χωριού επικρατεί σχετική αναταραχή, πέραν των μανιακών ανέμων.
Ένας διόλου γνώριμος, αυξανόμενος, εκκωφαντικός ήχος σειρήνας θα ταράξει τα μικρά. Η θέα δε του κόκκινου, μεγάλου πυροσβεστικού οχήματος, που περνά τάχιστα έξω από το σπίτι τους και παράγει τον προαναφερόμενο ενοχλητικό και τρομακτικό ήχο, το ίδιο. Η μαμά τους ξεστομίζει τη φαινομενικά νηφάλια πρόταση «κάπου θα έπιασε φωτιά». Η πομπή δε με μηχανάκια από τους έφηβους «σβούρους» του χωριού, που σχεδόν συνόδευαν το πυροσβεστικό όχημα, με χαρούμενες θα έλεγε κανείς ιαχές, μετριάζουν τη συνολική αρνητική αίσθηση.
Τα δυο αδερφάκια κάθονται στο τραπέζι. Η αίσθηση όμως, ότι κάτι συμβαίνει πολύ κοντά, είναι διάχυτη. Τα παιδιά βγαίνουν έξω στο μπαλκόνι, μήπως και καταλάβουν κάτι, αφήνοντας το φαγητό στη μέση. Το θέαμα, που αντικρίζουν, συγκλονιστικό αν και όχι ολοκληρωμένο –ακόμη. Ψηλές φλόγες ξεπροβάλλουν πίσω από την γιγαντιαία αγριοσυκιά, που στέκεται απέναντι ακριβώς από το πατρικό τους στα 100 και κάτι λιγότερο μέτρα, πλάι σε ένα σπίτι ερείπιο.
Το μέγεθος της καταστροφής και η έκταση της πυρκαγιάς πίσω από εκεί παραμένουν άγνωστα, αφού το θέριεμα της συκιάς δεν επιτρέπει -ίσως και καλώς- μια σαφή εικόνα. Ο μικρός Ν. θα ξεχάσει το αυτί και τους πόνους του, μπροστά σε κάτι τόσο πρωτόγνωρο.
Η μάνα τους θα σπεύσει να ενημερώσει αμέσως το σύζυγό της, που θα σχολούσε σε 1,5 ώρα, καθώς και τον αδερφό της, ο οποίος μένει στην πόλη. Ο πατέρας τους μην μπορώντας να φύγει αμέσως και συμμεριζόμενος το φόβο της γυναίκας του, ενημερώνει τον αγαπημένο του ξάδερφο στο κοντινό από το χωριό προάστιο, ο οποίος λόγω της οικογενειακής του επιχείρησης διαθέτει φορτηγά. Ο τελευταίος βρίσκεται σε επιφυλακή.
Το βράδυ, λίγο μετά το «κρύψιμο» του ήλιου, θα πέσει για τα καλά. Το μόνο φως λίγη ώρα μετά -αφού η ηλεκτροδότηση, αν θυμάται καλά ο μικρός Ν., θα διακοπεί- είναι αυτό από τις φλόγες, που με τη μάνητα του αέρα εξαπλώνονται ραγδαίως.
Η πλαγιά κάτω από τα σπίτια του απέναντι χωριού φλέγεται, όπως και η αντίστοιχη πλαγιά του δικού τους, στην οποία ήταν χτισμένο. Η φωτιά ευτυχώς -αν υπάρχει ευτυχώς σε τέτοιες περιπτώσεις- καίει κατά μήκος τις πλαγιές αυτές ολοκληρωτικά οδεύοντας προς τα βόρεια και τη θάλασσα. Η κατεύθυνση των ανέμων είναι που κάνει κουμάντο άλλωστε…
Η φωτιά ωστόσο περνάει κάτω και πολύ κοντά από τα σπίτια. Δύο από τα τρία κυπαρίσσια στον προαύλιο χώρο στο ιστορικό μοναστήρι απέναντι λαμπαδιάζουν, ενώ οι καρποί τους  λειτουργούν σαν μικρές βόμβες, που εκρήγνυνται, εξαπλώνοντας κοντά στο σημείο την πυρκαγιά.
Η μάνα τους μπροστά στο κόκκινο της φωτιάς, που μαίνεται αντικειμενικά κοντά, λυγίζει. Αρχίζει να ωρύεται, να κλαίει και να παραληρεί πως οι τόσοι κόποι χρόνων του ανδρός της θα πάνε χαμένοι. Φοβάται για τα παιδιά της, την περιουσία τους, το μέλλον τους, εκφράζοντάς το απροκάλυπτα, χωρίς άμυνες και αντιστάσεις. Τα παιδιά της, αν και φοβισμένα φυσικά, προσπαθούν να την ηρεμήσουν. Μάταιο. Η μάνα κλαίει και οδύρεται, νιώθοντας παραδομένη ήδη σε κάτι που είναι μάλλον πέρα από τις δυνάμεις της, αναλογιζόμενη πως όλα μπορεί να γίνουν στάχτες ανά πάσα στιγμή.
Ο πατέρας φτάνει σπίτι, ενώ έχουν ήδη κινητοποιηθεί οι συγγενείς. Ο κουνιάδος του θα αναλάβει να πάρει την, σε κατάσταση σοκ, αδερφή του και τα παιδιά στην πόλη για τη νύχτα. Ο πατέρας, ήρεμη δύναμη, αν και σπάνιο για τον υπέρμετρα αγχώδη χαρακτήρα του, θα μείνει πίσω, προσπαθώντας να αποτρέψει ό, τι είναι δυνατόν και αν χρειαστεί μες στην «καυτή» νύχτα.
Τη στιγμή δε που ο μικρός Ν. ετοιμάζεται για να φύγει με την αδερφή του και τη μητέρα του για την πόλη, βλέπει πως έχει ξεκινήσει ένα σχέδιο εκκένωσης του σπιτιού. Τα πράγματα είχαν σοβαρέψει για τα καλά, θυμάται. Ο θείος με τα φορτηγά είχε φέρει εργάτες μαζί του προκειμένου για μια ταχεία φόρτωση. Αυτό, πάντως, που θα κάνει εντύπωση μέσα στα όσα σημαντικά πακεταρίστηκαν εν τάχει, ήταν η αποσύνδεση και μεταφορά στο φορτηγό της μόλις δύο ετών συσκευής της τηλεόρασης…
Στο αυτοκίνητο για την πόλη η μάνα δεν ηρεμεί. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι τουλάχιστον τα παιδιά της είναι ασφαλή. Συνεχίζει να θρηνεί προκαταβολικά για τα όσα έχτισε ο σύζυγός της και θα πάνε στράφι, για το αύριο που είναι αβέβαιο για τα παιδιά της, για μια εικόνα, μια εμπειρία, που μάλλον ούτε η ίδια δεν είχε αντιμετωπίσει ξανά.
Και μικρός Ν. έχει ακριβώς αυτό να θυμάται περισσότερο, πέρα και από την ίδια  εικόνα της μανιώδους φωτιάς, που θα μπορούσε φυσιολογικά να σημαδέψει μια άγουρη ψυχή. Έχει να θυμάται το λύγισμα της μάνας μπροστά στο δικαιολογημένο φόβο, στον έλεγχο που χάνεται από τα χέρια της, τα «δεμένα» χέρια της απέναντι σε κάτι που την ξεπερνά.
Η φωτιά τελικά θα τεθεί υπό έλεγχο τα ξημερώματα του Σαββάτου. Αιτία πρόκλησής της ήταν βραχυκύκλωμα καλωδίων της ΔΕΗ, στα νότια, στο βάθος της «ένωσης» αναφορικά με τις δύο πλαγιές, σε ένα σημείο από όπου μόνο τους χειμερινούς μήνες περνά ποταμός. Οι άνεμοι, τα χόρτα, ξερά και χλωρά, καθώς και οι σπινθήρες έκαναν τη δουλειά τους, ευτυχώς χωρίς το πράγμα να πάρει διαστάσεις, αφού δεν υπήρξαν θύματα.
Ο μικρός Ν. όμως έχει να θυμάται. Δεν το ξεχνά, γιατί βίωσε τον φόβο -όχι μόνο το δικό του- του πλέον δικού του ανθρώπου. Εκείνης, που δεν λυγά ποτέ, ή που σπάνια έχει λυγίσει. Εκείνης, που στάθηκε και στέκεται βράχος, παρά τα σοβαρά προβλήματά της, όταν χρειάστηκε και χρειαστεί. Εκείνης, που άνθρωπος είναι και μπορεί να έχει μια στιγμή αδυναμίας, όταν οι φλόγες χωρίς διακρίσεις μπορούν να αφανίσουν τα πάντα…


Υ.Γ.: Τιμή και δόξα στις ανθρώπους, που την ύστατη στιγμή έφυγαν αγκαλιασμένοι και έκαναν το παν για να προστατεύσουν τους δικούς τους. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί, αν αποτελεί, ένα απειροελάχιστο φόρο τιμής στην τραγωδία που βρήκε την ανατολική Αττική. Μια προσπάθεια, μέσα από μια βιωματική, επ ουδενί συγκρίσιμη, εμπειρία για την ελάχιστη προσέγγιση μέρους μόνο των όσων αισθάνονται, όσοι υπέστησαν και συνεχίζουν να ζουν τα δεινά της πυρκαγιάς. Πραγματικά όμως, δεν πλησιάζονται καν… 

Ν.Π.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Μια μουντή Μεγάλη Παρασκευή…

Μεγάλη Παρασκευή. Ο καιρός μουντός. Τα σύννεφα από νωρίς το πρωί δε λένε να φύγουν. Πολλά από αυτά απειλούν να χύσουν σταγόνες, σαν δάκρυα. Κάποια επιχειρούν μεμονωμένες ψιχάλες, που κρατούν δευτερόλεπτα. Άλλα πάλι, ακόμη πιο μαύρα, υπόσχονται ως και κλάμα βαρύ, λυγμικό.
Το χωριό, παρά τη διαφαινόμενη στεναχώρια του ουρανού, σφύζει από ζωή. Ο Επιτάφιος γεμίζει χρώματα και αρώματα από πιστούς και άλλους. Το σύμβολο της παροδικής νίκης του Θανάτου, διανθίζεται, καλλωπίζεται, ετοιμάζεται για τον παλλαϊκό θρήνο. Η Ζωή τίθεται εν τάφω για… λίγο. Οι μυροφόρες τραγουδούν, ετοιμάζοντας το μονοπάτι της επιστροφής από τον Άδη. Το ποίμνιο φαίνεται να ακολουθεί ταπεινό. Ο ουρανός έχει καθαρίσει μερικώς από τη συννεφιά, αλλά το φωτεινό πέπλο του ουρανού δίνει τη θέση του στο μαύρο της νύχτας.
Νωρίτερα το μεσημέρι, η γιαγιά έχει συμβουλέψει τον, σύντομα έφηβο, εγγονό της ότι δεν πρέπει να κάνει μπάνιο σήμερα, γιατί «δεν κάνει μέρα που είναι» (παραδοσιακής φύσεως, προφανώς, η παραίνεση). Ούτε φυσικά να πιει γάλα -για κρέας ούτε λόγος- ή να γευτεί ακόμη και λάδι. Εκείνος ακολουθεί τη συμβουλή, φοβούμενος τις όποιες επιπτώσεις. Αργά το απόγευμα ετοιμάζεται, βάζει τα καλά του και ξεκινά μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια για να ζήσει το τελευταίο στάδιο του Θείου Δράματος και την κατανυκτική ατμόσφαιρα της ημέρας, που κορυφώνεται μόλις το σκοτάδι πέσει.
Κόσμος πολύς τριγύρω, όχι απαραίτητα κατηφής. Άνθρωποι, που δε βρίσκονται συχνά μεταξύ τους και δράττονται της ευκαιρίας να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Το ίδιο θα συμβεί και την επομένη το βράδυ, μια βραδιά, ωστόσο, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, πιο χαρμόσυνο και πλέον ανεκτό σε εκδηλώσεις χαράς και διαχυτικότητας. Είναι Παρασκευή όμως σήμερα κι απόψε. Μεγάλη Παρασκευή. Ο πιτσιρικάς παίρνει θάρρος από το θορυβώδη περίγυρο, αρχίζοντας τα γελάκια και τα πειράγματα με τα συνομήλικα φιλαράκια του. Η γιαγιά με αυστηρό γνέμα τον φέρνει στη θέση του. Ο μικρός καταλαβαίνει πως πρέπει με ταπεινότητα να ζήσει και να αφουγκραστεί ό, τι συντελείται -όχι γύρω του τόσο- κοντά στο σημείο, που κείτεται νεκρός ο Κύριος.
Ο Επιτάφιος ξεκινά την πορεία του. Τέσσερις νεαροί τον μεταφέρουν. Μετά από λίγο κάποιοι άλλοι θα τους αλλάξουν, θέλοντας να μοιραστούν την τιμή να περιφέρουν τον άψυχο και σύντομα επανερχόμενο στη ζωή Μεσσία. Οι υπόλοιποι παριστάμενοι ακολουθούν. Ο Θάνατος «ζει» τις τελευταίες του στιγμές ανάμεσα σε έναν κόσμο, που αδημονεί σε λίγες ώρες να γιορτάσει. Να σμίξει και να γιορτάσει την προδιαγεγραμμένη νίκη της Ζωής. Γιατί σε λίγες ώρες θα ξημερώσει Μέγα Σάββατο. Γιατί η πρώτη Ανάσταση είναι κοντά, συνοδευόμενη συνήθως από μια λαμπερή, ολοφώτεινη χωρίς σκιές και κατήφεια ημέρα.
Είναι όμως ακόμη Παρασκευή. Ο μικρός θα γυρίσει σπίτι. Είναι αργά. Εννοείται πως δεν είναι ακόμη εποχή για εκείνον για βραδιές με ούζο ή ρακές και κάθε είδους νηστίσιμο ή θαλασσινά σε πιθανές, υπερτριπλάσιες από το κανονικό τιμές στα μεζεδοπωλεία και τα καφενεία. Γυρίζει σπίτι, λοιπόν, ανοίγει την τηλεόραση και χαζεύει πριν πάει για ύπνο. Σχολείο δεν έχει την επομένη, άρα οι ατασθαλίες με το χρόνο επιτρέπονται. Η ώρα έχει πάει 12.00 τα μεσάνυχτα. Εκείνος σκέφτεται ακόμη τον Επιτάφιο, το συνολικό τελετουργικό και τα βαθιά νοήματά τους…
Σκέφτεται συνεχώς την επικείμενη «νίκη της Ζωής». Ξάφνου, ένα θέμα στο καθιερωμένο μεσονύχτιο δελτίο ειδήσεων θα αναφερθεί σε εκατοντάδες νεκρούς αμάχους και τραυματίες από βομβιστική επιδρομή. Ένα άλλο θα μιλά για συγκρούσεις στο πλαίσιο διαδηλώσεων, με δύο νεκρούς και ανυπολόγιστους τραυματίες εκατέρωθεν. Ένα τρίτο, για ένα νεκρό μωρό σε κάδο, μάλλον παρατημένο από τους -ο κόσμος να τους κάνει- γονείς του. Ένα τέταρτο, για μια επίθεση αυτοκτονίας, με αποτέλεσμα φυσικά… νεκρούς, νεκρούς και πάλι νεκρούς. Ένα πέμπτο, για ένα «εμπρηστικό» κήρυγμα μίσους απέναντι σε ανθρώπους από άνθρωπο, που έχει επιφορτιστεί για να διδάσκει το καλό και την αγάπη…
Ο μικρός θα βγει βουρκωμένος και μόνος στο μπαλκόνι, παρά το μεγάλο φόβο του για το σκοτάδι. Θα κοιτάξει τον ουρανό. Έχει ακόμη σύννεφα, απ’ όσο μπορεί να διακρίνει. Ελπίζει στην αυριανή πρώτη ανάσταση για να φύγουν, να εξαφανιστούν. Ελπίζει και στη δεύτερη, την υπέρλαμπρη, το επόμενο βράδυ. Εδώ και λίγα λεπτά έχει αλλάξει η μέρα πάντως. Κι όμως μοιάζει ακόμη μουντή Παρασκευή. Με τον άνανδρο Θάνατο και το μίσος ακόμη ζωντανά γύρω του, αν και -γεωγραφικά- μακριά του…

Ν.Π.


Υ.Γ.: Το ακόλουθο άσμα, δυστυχώς, ταιριάζει με το κλείσιμο του κειμένου...


Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Δυο ελάφια απέναντι…

Βλέπω από το παράθυρο μας, σχεδόν καθημερινά, δυο ελάφια. Λογικά πρόκειται για τα ίδια κάθε φορά, αφού επισκέπτονται πάντα το ίδιο σημείο, στην αυλή του απέναντι σπιτιού, όπου οι γείτονες, επίσης καθημερινά, σπέρνουν κάποιου είδους τροφή. 
Είναι προφανώς τροφή για πουλιά και άλλα, ελεύθερα ζωάκια όπως τα προαναφερόμενα, ενώ μία-δύο φορές έχω πετύχει φυσικά και ένα σκίουρο στο σημείο να… κάνει τα δικά του. Από κοτσύφια και κοράκια δε τις πρωινές ώρες εκεί, η λέξη  χαμός είναι λίγη για να περιγράψει το τι επικρατεί!
Με τα δυο ελάφια πολλές φορές τα βλέμματά μας συναντιούνται, ειδικά όταν ανοίξω το παράθυρο και ο ελάχιστος ήχος του ανοίγματος ταράξει την ησυχία τους. Σηκώνουν το κεφάλι και με κοιτούν. Τα κοιτώ και εγώ επίμονα. Σχεδόν σταματούν να μασουλίζουν -ό, τι είναι αυτό που απολαμβάνουν, τέλος πάντων, από το έδαφος της απέναντι αυλής/κήπου. Τα αυτιά τους τεντώνουν, ακολουθώντας το ευθύ και καχύποπτο βλέμμα τους. Όταν νιώσουν, ωστόσο, πως δεν κινδυνεύουν και τόσο, αρχίζουν φειδωλά ξανά το μάσημα και εν συνεχεία σκύβουν το κεφάλι προκειμένου για νέες μπουκιές.  
Τα είδα και χτες βράδυ. Τα είδα και σήμερα το μεσημέρι. Κάποιες φορές βλέπω μόνο το ένα από τα δύο. Είμαι σίγουρος πως θα τα ξαναδώ το βράδυ ή αύριο και φυσικά, πεπεισμένος πια, πως πρόκειται για ένα συγκεκριμένο ντουέτο. Δεν ξέρω αν είναι ζευγάρι ή αδερφάκια, ίδιου ή διαφορετικού φύλλου. Ξέρω μόνο ότι είναι πανέμορφα. Ξέρω μόνο ότι υπάρχουν γύρω μας και μόλις νιώσουν ασφάλεια εμφανίζονται για να εξαργυρώσουν την… ευγενική και απλόχερη «χορηγία» των γειτόνων μας, που διατηρούν μάλιστα δύο ή τρία γλυκά σκυλάκια (ήτοι συνήθη κατοικίδια).
Οι γείτονες μας, ένα ανδρόγυνο, μάλλον δεν έχουν παιδιά, ενώ δεν είναι πάνω από 40 ετών. Καθημερινά σχεδόν χαιρετιόμαστε εδώ και έξι μήνες -αφότου μετακομίσαμε στην περιοχή- αν και ακόμη δεν γνωρίζουμε τα ονόματα οι μεν των δε. 
Κάποια στιγμή θα τους γνωρίσουμε ίσως. Μπορεί να μην τους γνωρίσουμε και ποτέ, από την άλλη, αφού το εξοχικό τοπίο στην περιοχή δεν υπερκερνά την επιβεβλημένη και περιρρέουσα αίσθηση του αστικού σκηνικού της μεγαλούπολης. Ενός σκηνικού, το οποίο περιλαμβάνει αγνώστους μεταξύ αγνώστων, ξένους μεταξύ ξένων και ατομιστές μεταξύ ατομιστών. Ανθρώπους που λυπούνται, ή φοβούνται ίσως, να ψελλίσουν ένα… δωρεάν «καλημέρα» ή ένα ακόμη «φθηνότερο» νεύμα σε ένα τυχαίο συναπάντημα με συνανθρώπους, πόσο μάλλον να είναι δοτικοί χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση...
Θαυμάζω σε τεράστιο βαθμό τους -μόνο φυσιογνωμικά γνωστούς- γείτονές μου για αυτό που κάνουν. Δεν ξέρω αν είναι καλοί ή κακοί γενικότερα. Δεν ξέρω τι ρόλο «βαράνε» και μπορεί να μη μάθω και ποτέ. Δεν ξέρω και μάλλον δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνουν αυτό που κάνουν. Αλλά μάλλον ξέρω, αφού τόλμησα προχτές να ξεστομίσω πως κοντεύω να απομυθοποιήσω το θέαμα των δυο γλυκύτατων ελαφιών λίγα μέτρα από το σπίτι μας…

Ν.Π.

Υ.Γ.: Συνήθως τα κείμενα του blog αυτού ξεχειλίζουν από ειρωνεία, φαντασία και αλληγορίες. Το παραπάνω αποτελεί απλώς απτή πραγματικότητα της καθημερινής εμπειρίας του γράφοντος από ένα πανέμορφο τοπίο σε μια πόλη, βόρεια του «νομού» Στοκχόλμης…

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Δάσκαλοι του «πολιτισμένου» κόσμου, οπλιστείτε!

Άμαχοι και παιδάκια σφάζονται καθημερινά στη Μέση Ανατολή από τις βόμβες, την ώρα που τρώνε, παίζουν, διαβάζουν, κοιμούνται ή ό, τι άλλο, ζώντας πριν, πάντως, συνεχώς τον κίνδυνο του επικείμενου σφαγείου. Συνηθισμένα πράγματα, μάλλον. Παιδάκια, ωστόσο, σφάζονταν και σφάζονται ακόμη και στη Δύση από τα «ελεύθερα» όπλα και τα «εγκλωβισμένα» μυαλά…
Μα, «κύριοι του κόσμου», οπλίστε επιτέλους όλους τους δασκάλους με περίστροφα, πολυβόλα και τουφέκια! Γιατί όχι και με χειροβομβίδες, ξιφολόγχες, γιαταγάνια, ματσέτες, στιλέτα, ως και με σύριγγες εκτέλεσης/ευθανασίας κατά των ενδεχομένως εκκολαπτόμενων «τρελάρων», που, αύριο, το πολύ μεθαύριο, μπορεί να αιματοκυλίσουν ένα σχολείο, μια συναυλία, μια πολυπληθή μάζωξη. Το πρότεινε ο συγκλονισμένος «ηγέτης» σας περί οπλοφορούντων εκπαιδευτικών, άρα γίνεται! Κι όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Η «τρέλα» πάει στα βουνά και πιο πέρα, άλλωστε. Αποδεδειγμένο…
Μη διστάζετε, δάσκαλοι! Μην καθυστερείτε άλλο. Ο απροσδόκητος εχθρός παραμονεύει. Μην αφήσετε κανέναν να αποκτήσει φήμη μακελάρη, γίνετε οι ίδιοι οι μακελάρηδες του μαζί με τους μαθητές σας, που ακόμη έχουν σώας τας φρένας! Διδάξτε τους πώς να χρησιμοποιούν τα όπλα για την προστασία τους και φυσικά τη γενική πρόληψη. Έτσι, όταν κάτι θα μοιάζει ύποπτο, θα το απαλείφουν πριν γίνει καν επικίνδυνο. Παράπλευρες απώλειες σίγουρα θα υπάρξουν, αλλά και τι έγινε; Μπρος στην τήρηση της τάξης και της δημόσιας ασφάλειας, χαλάλι…
Αφήστε σε δεύτερη -ή και τελευταία- μοίρα τη διδακτέα ύλη και τα βιβλία. Τα γράμματα δεν σταματούν τα αιμοβόρα όπλα στα χέρια του κάθε, «χωρίς αιτία», ψυχάκια, που από το περιθώριο αποκτά φήμη και μένει στην ιστορία. Τα γράμματα είναι για τους φλώρους και τους μαλθακούς. Δεν αρκούν. Για να πάψει η ύπαρξη της «ζούγκλας», οι κυνηγοί πρέπει να υπερισχύσουν των άμυαλων θηραμάτων. Το πώς κατέληξαν να είναι άμυαλα, ανεγκέφαλα, απερίσκεπτα κλπ δεν είναι δική σας δουλειά. Υποχρέωση σας βασική είναι η πάταξη του κινδύνου και μόνο πια.
Πάψτε να μιλάτε για αξίες. Πάψτε να προσπαθείτε να «ανοίγετε» τα μυαλά των παιδιών και να συναινείτε στο να γίνονται -θου Κύριε- αντιδραστικά και απαιτητικά από τη ζωή. Μονάχα προστατέψτε τα! «Ταΐστε» τα μίσος και «φτηνό» έθνος! Όχι πατρίδα, που ενέχει χώμα, περιβάλλον και ανθρώπους με κοινή ή διαφορετική καταγωγή, όχι αγάπη, όχι αλληλεγγύη, αλλά έθνος! Γαλουχείστε τα στην ιδέα ότι για κάποιο λόγο είναι ανώτεροι, ότι είναι οι καλύτεροι. Μάθετέ τους πώς να είναι πάντα «οπλισμένοι» απέναντι σε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς.
Δώστε τους την απαραίτητη, επιφανειακή γνώση στην εποχή της ακατάσχετης, ελεύθερης, αληθινής ή ψευδούς πληροφορίας. Διδάξτε τους την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και αφήστε παντελώς στην άκρη τα γραπτά που… μένουν και τα χαζοβιβλία, που φθείρονται από το χρόνο και πιάνουν σκόνη. Ανακυκλώστε τα καλύτερα, ώστε να περάσετε και ένα οικολογικό μήνυμα στην τελική…
Μάθετέ τα να μην ελίσσονται, να μην προβληματίζονται και πάρα πολύ, να έχουν στόχους συγκεκριμένους και πρώτα πρώτα να πυροβολούν σωστά στο… στόχο. Γιατί ο εχθρός παραμονεύει συνεχώς. Εκπαιδεύστε τα παιδιά μας πως θα διαιρούνται και θα ενώνονται κατά το δοκούν υπό τη σκέπη μιας κοινής ταυτότητας και «αγκαλιάς» στο πλαίσιο μεγάλων υποσυνόλων. Μπολιάστε τα με φανατισμό και με τη διχόνοια, που αυτός συνεπάγεται, παρά την καταγωγή όλων από το είδος του… ανθρώπου. Και φυσικά με το όπλο στο χέρι πάντα για τη δική τους προστασία.
Συμβουλεύστε τα, επίσης, να ακούν και να παρακολουθούν ευλαβικά τους «δασκάλους» της νέας εποχής, τους «εγνωσμένους» δημοσιογράφους της τηλεόρασης και του διαδικτύου και μόνο! Εκείνους, που παίρνουν θέση υπέρ ή κατά προσώπων, σκανδάλων, πολιτικών παιχνιδιών, αναλόγως με το συμφέρον του ΜΜΕ που υπηρετούν ή διευθύνουν ή λόγω του ότι εμπλέκονται. Εκείνους, που τα «ξέρουν όλα» ως σταρ/αυθεντίες και τους ξέρουν όλοι, θέλοντας και μη…
Πριν ακόμη όμως μεγαλώσουν τα παιδιά μας, δουλειά σας, εντολοδόχοι  και «αδέκαστοι» δάσκαλοι, είναι να συνεχίσετε να παράγετε πιστούς «πελάτες». Τέτοιους, που θα αγοράζουν ψέμα, περιττές ανάγκες και, φυσικά, προϊόντα. Τέτοιους, που θα δουλεύουν, διακριτικά και άλλοτε άμεσα, για την πάρτη σας. Τέτοιους, που θα ανέχονται να τους δουλεύετε και παράλληλα θα θέλουν βασανιστικά και μαζοχιστικά κι άλλο...
Απομονώστε οπωσδήποτε φωνές, που ονειρεύονται και θέλουν κάτι άλλο από αυτόν τον γεμάτο κινδύνους κόσμο. Φυτέψτε τους μια σφαίρα στο κεφάλι και θάψτε τους μαζί με τους «τρελάρες», που εσείς «κατά λάθος» δημιουργείτε, πλάι στα αμέτρητα θύματά τους.  
Οπλιστείτε κύριοι, γιατί η ειρήνη και η ασφάλεια στον «πολιτισμένο» κόσμο είναι πράγματα αδιαπραγμάτευτα. Στον υπόλοιπο κόσμο, τον απολίτιστο και ελεεινό, είναι απλώς Παρασκευή…


Ν.Π.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Καλό ταξίδι ΔΑΣΚΑΛΕ…

Τζιν φθαρμένο, μπότες ή «σταράκια» ασορτί κάτω, τζιν σακάκι ή δερμάτινο/πέτσινο μπουφάν, ή απλό, κοντομάνικο μπλουζάκι, αναλόγως φυσικά την εποχή. Κάποια χρόνια μετά -δεν ξέρω αν τον χαρακτήριζε ακόμη- ένα μικρό, δεμένο κοτσάκι πίσω στο κεφάλι, παρά τα αραιωμένα πάνω -από τα «κοινά» μας χρόνια στο σχολείο ακόμη- μαλλιά. Κορμοστασιά λεβέντικη, αλλά και πάντα… χαλαρή -φαινομενικά τουλάχιστον- πάνω στο «αθάνατο» μηχανάκι του, εκείνο το χαρακτηριστικό «παπάκι», 30ετίας σίγουρα, με το οποίο «αλώνιζε» στο Ρέθυμνο (δεν ξέρω αν το είχε μέχρι το τέλος). Ως Θεσσαλονικιός, άλλωστε (μου διαφεύγει αν είχε άλλη βορειοελλαδίτικη καταγωγή), δεν μπορούσε παρά να μοιάζει χαλαρός. Ήταν και Παοκτζής άρρωστος, με την καζούρα να πηγαίνει σύννεφο εκατέρωθεν εκτός μαθήματος, αναλόγως την αθλητική επικαιρότητα. Κοντά σε όλα αυτά, ωστόσο, ένας συνήθης «διάολος» στο χέρι του, το τσιγάρο, ήταν πάντα εκεί. Ελπίζω να το περιόρισε στην πορεία…
Ο λόγος για τον αείμνηστο πια καθηγητή εδώ και δύο μέρες, Νίκο Γκιούρα. Ζητώ συγγνώμη, προκαταβολικά, από τους οικείους και τους κοντινούς του φίλους που, ως ξένος ουσιαστικά, δράττομαι της τραγικής συγκυρίας και εκφράζω δυο λόγια για εκείνον. Το κάνω όμως από ανάγκη για μια ελάχιστη έκφραση τιμής σε έναν πραγματικό ΔΑΣΚΑΛΟ, που είχα την τύχη να βρεθεί στο διάβα μου, τότε που η παροχή γνώσεων ήταν δυστυχώς επιφανειακή, λίγη, «περαστική» και κυριολεκτικά αυτοσκοπός μόνο για την είσοδό μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (το τελευταίο σχόλιο φυσικά μόνο εκείνον δεν αφορά).  
Τελευταία φορά, θα τον χαιρέτισα κάπου τυχαία στο δρόμο, κλασικά πάνω στο κουρασμένο/ακούραστο «παπί» του. «Γεια σου δάσκαλε», του φωνάζαμε όταν τον πετυχαίναμε ενίοτε, εμείς οι πρώην μαθητές του, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Στην πραγματικότητα όμως είχε διατελέσει δάσκαλός μας, για την ακρίβεια καθηγητής μας στο Λύκειο, στο μάθημα του «Δικαίου», αλλά περισσότερο τον νιώθαμε φίλο από εκεί κι έπειτα. Κι ας λέγαμε τις περισσότερες φορές ένα απλό, αλλά πηγαίο «γεια σου δάσκαλε», που ενείχε χαβαλέ, μα και πολλή ουσία, όταν τον συναντούσαμε στο δρόμο. Γιατί έτσι ήταν κι εκείνος…
Προτελευταία φορά που συναναστραφήκαμε, ήταν ένα βράδυ σε ρακάδικο της Παλιάς Πόλης, πριν 4-5 χρόνια. Περνώντας τυχαία με το μηχανάκι του -τι άλλο;- μπροστά από το μαγαζί, τον σταματήσαμε: «Δάσκαλε, κατέβα να πιούμε ένα κρασί». Εκείνος ήρθε, ήταν να κάτσει για λίγο, έκατσε πολύ. Ήταν άνθρωπος της παρέας, της συζήτησης και φυσικά πάντα του αιχμηρού χιούμορ! Μια αυθόρμητη, γεμάτη θεατρικότητα και νόημα, γκριμάτσα/έκφρασή του μπορούσε να πει πολλά, πέραν της ικανότητάς του να είναι πάντα  εύστοχα ετοιμόλογος!
Τον θυμάμαι να μας συνοδεύει στην 5ήμερη, στα γνώριμα μέρη του, τη Θεσσαλονίκη, κάτι λιγότερο από 15 χρόνια πίσω. Τον θυμάμαι να δημιουργεί περισσότερες συμπάθειες τότε, αλλά μέχρι και κάποιες έντονες αντιπάθειες ανάμεσα στους έφηβους/μαθητές, που ήθελαν να τα «κάνουν όλα» σε αυτήν την εκδρομή, λες και είχαν πάει σε… πόλεμο, μην αντιλαμβανόμενοι την ευθύνη που βάραινε τους συνοδούς μας. Θυμάμαι δε, ενώ βρισκόμασταν στην παραλιακή της συμπρωτεύουσας, κάποιοι νεαροί Ρομά, που προσπαθούσαν να μας πουλήσουν από ρολόγια μέχρι κολόνιες, μόλις τον είδαν σταμάτησαν τα παζάρια. Για την ακρίβεια, τα ανέβαλαν για λίγο, προκειμένου να αγκαλιάσουν και να φιλήσουν τον κάποτε δάσκαλό τους. Εκείνος με χαμόγελο και αυθόρμητη θέρμη, τους θυμόταν έναν έναν, σαν να μην είχε περάσει μία μέρα από τότε που είχε ζήσει ανάμεσά τους, διδάσκοντάς τους! Η στιγμή αυτή μου έχει μείνει…
Προσπαθώντας, αλλά αποτυγχάνοντας να μην πλατειάσω πολύ ακόμη, έχω να προσθέσω πως ο  κύριος Νίκος ή απλώς ο «Γκιούρας», όπως ηχεί καλύτερα στις συνειδήσεις όσων τον ζήσαμε στα μαθητικά έτη και τον νοσταλγούμε, ήταν ΔΑΣΚΑΛΟΣ. Όχι με τη δοθείσα από το διαχρονικό, εκπαιδευτικό σύστημα έννοια, αλλά πραγματικός. Γιατί δεν μας παρείχε «ξερή» γνώση στο πλαίσιο της διδακτέας ύλης και δη σε ένα μάθημα που δεν εξεταζόταν σε πανελλήνιο επίπεδο.
Μας μιλούσε πέρα από τα αμιγώς διδασκόμενα και μας παρείχε συχνά τροφή για σκέψη, συνάμα με το χιούμορ του, που δεν έλειπε φυσικά από το διδασκαλικό παλμαρέ του. Μας έδινε τη δυνατότητα να σκεφτούμε, να συζητήσουμε, να διαφωνήσουμε, να καταλάβουμε ή και να μπερδευτούμε, ως ανώριμοι 17χρονοι οργανισμοί και, ελέω τότε καιρών, παντελώς ακατέργαστοι πολιτικά. Να προβληματιστούμε για ό, τι μπορεί να έρθει ή για το ό, τι συνέβαινε και συμβαίνει στο παγκόσμιο σκηνικό. Ήταν ο μόνος που τόλμησε να μας μιλήσει πχ για τον «ψυχρό πόλεμο», όταν πολλοί ως τότε θα νομίζαμε ότι πρόκειται για… χιονοπόλεμο, καθώς και για την παγκοσμιοποίηση, μεταξύ άλλων.
Πρόσφατα, σε κάποιο αρχείο μου, βρήκα ένα έγγραφο, κιτρινισμένο σχεδόν από τη φθορά του χρόνου, που κατέγραφε ιστορικά τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ ανά τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο. Εκείνος μας το είχε μοιράσει στην τάξη, κάποια στιγμή στην τρίτη λυκείου. Το πέταξα, σκεπτόμενος ότι τα αντίστοιχα στοιχεία τα βρίσκω όποτε θελήσω μέσα στο χάος του ίντερνετ πλέον. Πριν το πετάξω όμως συγκινήθηκα, που έπιασα στα χέρια μου κάτι, έστω τόσο λίγο, μία σημαντική σελίδα, που αποτελούσε μια στοιχειώδη εξαίρεση στην παρεχόμενη, πλήρως «αποστειρωμένη» γνώση στα χρόνια του σχολείου. Ναι, μια μικρή σελίδα, από ένα δάσκαλο, από ένα βαθιά ιδεολόγο άνθρωπο, που ήθελε απλώς να μας ενεργοποιήσει την ικανότητα να σκεφτόμαστε περισσότερο…
Αυτός ήταν, στα δικά μου μάτια ο Νίκος Γκιούρας. Ένα γνήσιο πολιτικό ον και συνάμα ένας άνθρωπος της παρέας. Ένας τύπος, που μπορούσε να σε κάνει να πεθάνεις από τα γέλια, αλλά και να μιλήσεις σοβαρά πολιτικά μαζί του όσο με ελάχιστους. Ένας δάσκαλος με όλη την έννοια, που αξίζει να θυμόμαστε όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε.
Καλό ταξίδι ΔΑΣΚΑΛΕ! Και ορμώμενος από την αφιέρωση που σου έκανε ένας κοινός μας φίλος χτες «απορώντας» μέσα από τα λόγια του Νικόλα του Άσιμου, είμαι σίγουρος πως θα «περνάς καλά εκεί πάνω» ρε μπαγάσα! Εσύ, ένας «άσημος», όχι διάσημος, αλλά σημαντικός για όσους σε γνώρισαν…


Ένας μαθητής από το Γ3 του 3ου Γ.Ε.Λ. Ρεθύμνου (2002-2003)


Ν.Π.